Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Η Τράπεζα


Marc Roche Η τράπεζα – πως η Goldman Sachs κυβερνά τον κόσμο
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Εισαγωγή

  Ο Marc Roche, οικονομικός ανταποκριτής της Le Monde, παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον βιογραφικό του μεγάλου κολοσσού της Goldman Sachs (GS), που γρήγορα έγινε Best Seller. Ο ίδιος ανήκε σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι για την κρίση φταίνε οι κερδοσκόποι και τα golden boys, που κερδοσκόπησαν πάνω μας. 



  Βεβαίως από αυτές τις αντιλήψεις το αβίαστο συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι «πρέπει επιτέλους να μπει ένα τέλος στην ασυδοσία του κεφαλαίου», ή στην καλύτερη περίπτωση πως «άμα πέσει η Goldman Sachs θα γίνουν όλα καλύτερα». Σίγουρα πάντως δεν προκύπτει η ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου γενικά.  Ο καταγγέλτικός  λόγος σε εταιρίες – πρόσωπα, αλλά όχι στην κεφαλαιοκρατία γενικά, οδηγεί τον αναγνώστη σε τέτοια συμπεράσματα. Από την δικιά μας πλευρά οφείλουμε πάντα να εξηγούμε γιατί γίνεται έτσι και όχι αλλιώς, γιατί δεν είναι ένα παιχνιδάκι «κακών» κερδοσκόπων, αλλά προκύπτει αναπόφευκτα από την ίδια την λειτουργία της κεφαλαιοκρατίας. Και η αλήθεια είναι πως, λόγω της αδυναμίας της αριστεράς (εμού συμπεριλαμβανομένου) να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αφήνει μεγάλο χώρο σε αυτούς που μιλάνε για κερδοσκοπία (βουλησιαρχικά), και εν γένει υποκειμενικές επιλογές. Αν είναι μονάχα υποκειμενικές επιλογές, τότε και εμείς υποκειμενικά (βουλησιαρχικά) μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα αυτών που κάνουν ότι θέλουν, και λύσαμε τα προβλήματα μας. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να γνωρίσει κανείς αυτόν τον ιδιαίτερα περίπλοκο κόσμο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, όπου τα μυστικά των οποίων μπορεί να μην τα μάθουμε ποτέ. Όπως εύστοχα αναφέρει κάπου ο συγγραφέας «Εκείνοι που γνωρίζουν δεν μιλούν, και εκείνοι που μιλούν δεν γνωρίζουν».

  Δεν μας ενοχλεί να διαβάζουμε ανθρώπους με τους οποίους δεν συμφωνούμε ιδεολογικά- πολιτικά, μαθαίνουμε από όλους, έστω και σε αυτό το επί μέρους θέμα. Ως δημοσιογράφος, παρά την πολύ μεγάλη πολυλογία του, προσφέρει κυρίως δημοσιογραφικές πληροφορίες. Ας δούμε λοιπόν κάποια πράγματα για τον ρόλο αυτής της εταιρίας.



 Παγκόσμιο δίκτυο της Goldman Sachs

 Η κρίση του 2008 εκτόξευσε την (για το κοινό) αφανή εταιρία Goldman Sachs στην πρώτη σελίδα της επικαιρότητας. Ελάχιστα γνωρίζαμε για αυτόν τον χρηματοπιστωτικό κολοσσό που έχει δραστηριότητες σήμερα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Την αγνοούσαμε για δύο λόγους, πρώτον διότι σε αντίθεση με τις άλλες μεγάλες τράπεζες ( JP Morgan, Lehman Brothers κλπ.) η τράπεζα είναι κυρίως επενδυτική και όχι και εμπορική, και δεύτερον η ίδια η εταιρία κρατάει χαμηλό προφίλ και δεν παρουσιάζεται συχνά (προ του 2008) στα ΜΜΕ. Η εν λόγω εταιρία βρίσκεται σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Πέραν της Αμερικής στην οποία έχει την έδρα της, έχει θυγατρικές σε όλες τις ηπείρους του πλανήτη.

   Στην Ευρώπη, η GS ανοίγει γραφεία στο Λονδίνο την δεκαετία του 1950, και δραστηριοποιείται έντονα εκεί από το 1985. Το 1980 εγκαθίσταται και στην Γαλλία. Συντέλεσε στην εξαγορά της Paribas από την PNP, και το 1994 γίνεται η νούμερο 1 εταιρία στον κλάδο των συγχωνεύσεων- εξαγορών.  Η GS είναι ένας από τους 18 αξιολογητές που πωλούν το γαλλικό χρέος. Με αυτήν την ιδιότητα, η παρισινή θυγατρική συμμετέχει στις δημοπρασίες που οργανώνει η Agence France Tresor, η οποία είναι επιφορτισμένη με την τοποθέτηση των τίτλων στην αγορά. Ακόμα, με μια απόφαση του Υπουργείου Διαρκούς Ανάπτυξης δίνει την άδεια στην GS να ασκήσει την δραστηριότητα του προμηθευτή φυσικού αερίου στην γαλλική επικράτεια. 

  Μετά την πτώση του τοίχους το 1989 εισέρχεται στην Γερμανία και αναλαμβάνει την ιδιωτικοποίηση πολλών ανατολικογερμανικών βιομηχανιών. Σήμερα είναι η πρώτη ξένη τράπεζα από άποψη δύναμης, και δεύτερη μετά την Deutsche Bank γενικά. Ακόμα έχει θυγατρικές στην Ιταλία και στις Βρυξέλες όπου διατηρεί ένα στρατό από λομπίστες που παρακολουθούν και συμβουλεύουν της δουλειές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 


  Το 2001 ο οίκος είναι αυτός που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), από έναν οικονομολόγο Τζιμ Ο’Νιλ, ο οποίος θεώρησε ότι αυτά τα 4 κράτη μπορούν να κυβερνήσουν καλύτερα τον κόσμο. Από το 2001 θα κάνει την πρόγνωση ότι το 2041 (μετά το 39 και μετά το 32) τα τέσσερα αυτά έθνη θα ξεπεράσουν τις έξι μεγαλύτερες οικονομίες της εποχής, και φαίνεται να επιβεβαιώνεται σήμερα (για αυτό το λόγο βγαίνουν συνεχώς έρευνες που προβλέπουν, με ελάχιστες πιθανότητες να κάνουν λάθος, ότι αυτές οι χώρες σε Χ χρόνια θα είναι στην πρώτη πεντάδα των πιο δυνατών χωρών). 

Στις 3 από τις 4 χώρες η GS έχει γραφεία (μετά το 1989 προσπάθησε να εγκατασταθεί ανεπιτυχώς στην Ρωσία). Στην Κίνα θα βοηθήσει τις κινέζικες εταιρίες να εκδώσουν μετοχές στην διεθνή αγορά, και θα συμβάλει στις ιδιωτικοποιήσεις βιομηχανιών. Η GS Private Equity, η θυγατρική της για επενδυτικά κεφάλαια, θα επενδύσει σε αυτήν την χώρα στη φαρμακοβιομηχανία, αυτοκινητοβιομηχανία, στις ηλεκτρικές συσκευές, στους ημιαγωγούς και στο διαδίκτυο. Η Κίνα κρατάει κρατικές επιχειρήσεις σε στρατηγικούς τομείς (ενέργεια, ΜΜΕ, ορυχεία και επικοινωνίες) και αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε ιδιώτες σε όλους τους άλλους τομείς. Όμως ο ενεργειακός τομέας της χώρας δανείζεται από την GS η οποία κερδοσκοπεί πάνω σε αυτόν, και η κυβέρνηση της Κίνας αναγκάζεται να κηρύξει «στάση πληρωμών» τα χρέη του κλάδου στην GS

  Στην Ινδία θα παίξει τον κύριο ρόλο για την επιθετική εξαγορά από την πολυεθνική Mittal (Ινδού ιδιοκτήτη με έδρα το Λονδίνο, που έχει εργοστάσια χάλυβα στην Ινδία, στην Ανατολική Ευρώπη και αλλού, και ήταν τότε η δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανία χάλυβα, και πρώτη σε παραγωγή) της Arcelor (η τότε πρώτη βιομηχανία χάλυβα σε κύκλο εργασιών), με αποτέλεσμα την δημιουργία μιας νέας υπερδύναμης 3 φορές μεγαλύτερης από την Arcelor. Στην Βραζιλία από το 2002 ιδρύεται η Goldman Sachs do Brazil Banco Multiplo.

  Στην Αφρική επενδύει και κερδοσκοπεί σε μονάδες πετρελαιοπαραγωγής, και συμβάλει στο ανεβοκατέβασμα της τιμής που ζήσαμε (ζούμε) κατά καιρούς.

Η Ελλάδα και άλλα μεγάλα γεγονότα

  Όπως έχει γίνει γνωστό πια σε όλους μας, το 1998 όταν η κυβέρνηση της Ελλάδος ήθελε να μπει στην ζώνη του ευρώ, αλλά δεν πληρούσε τα κριτήρια του χρέους (κάτω από 60%) και ελλείμματος (κάτω από 3%). Τότε θα απευθυνθεί στην GS για να μπορέσει μέσω της λεγόμενης «δημιουργικής λογιστικής» να καλύψει τα πραγματικά νούμερα της οικονομικής της κατάστασης. Την υπόθεση αναλαμβάνει η Αντιγόνη Λουδιάδη στέλεχος της GS στην Αγγλία.

  Μέχρι τότε η GS δεν είχε μεγάλη σχέση με την Ελλάδα. Συνεργάζεται μονάχα με Έλληνες εφοπλιστές στην ναυτιλία. Οι ελληνικοί φάκελοι δουλεύονται στο Λονδίνο, όπου εκεί έχουν την έδρα τους οι Έλληνες εφοπλιστές (και τα λεφτά πηγαίνουν εκεί, και όχι στην Ελλάδα). Για να έχει κάποια πρόσβαση, το στέλεχος της GS Πέτρος Χριστοδούλου γίνεται σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας. 

  Η περίπτωση ενδιαφέρει πάρα πολύ την GS. «Πώς να μην δουν ότι μια χώρα με αδύναμη τραπεζική υποδομή, στοιχειώδεις στατιστικές των δημοσιοοικονομικών και με ανθούσα παραοικονομία, που καθιστά προβληματική την είσπραξη φόρων και δασμών, αποτελεί κελεπούρι; Ένας οικονομικός κολοσσός έχει ακόμα πιο πρόσφορο έδαφος, καθώς στην Ελλάδα το χρηματιστήριο δεν διαθέτει αποτρεπτικούς κανόνες το κράτος θολώνει το οικονομικό παιχνίδι και οι δαιδαλώδεις συμφωνίες μετοχών είναι κανόνας.

  Η αυτοκρατορία Goldman ενδιαφέρεται ειδικότερα για την Ελλάδα για έναν επιπλέον λόγο: τη φύση του χρέους της. Πρόκειται για σύνθετα ομόλογα, αποτιμημένα με ασαφή κριτήρια και απροσδιόριστη δυνατότητα προεξόφλησης, τα οποία είναι πρόσφορα για κερδοσκοπία

  Θα υπογραφούν τα συμβόλαια ασφάλισης πάνω στο χρέος (CDS), για τα οποία δίνεται η εγγύηση στον πιστωτή ότι θα αποζημιωθεί ακόμα και αν ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να το πληρώσει. Ο μηχανισμός αυτός έδωσε τη δυνατότητα να προστατευτεί το χρέος από τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις κατά τη μετατροπή του σε ευρώ, καθώς αρχικά είχε εκδοθεί σε δολάρια. Η συναλλαγματική ισοτιμία που επιλέχθηκε ήταν πολύ ευνοϊκή για την GS. «Εξάλλου το ποσό που καλύφθηκε από τα CDS ξεπερνάει εκείνο του ελληνικού χρέους». Αλλάζοντας την προθεσμία εξόφλησης της απαίτησης, η Ελλάδα δεσμεύεται να πληρώσει στην τράπεζα μεγάλα ποσά έως το 2019, με επαχθείς όρους, πολύ χειρότερους από αυτούς ενός απλού τραπεζικού δανείου. 

  Μέσω μιας υπεράκτιας εταιρίας στον αμερικανικό φορολογικό παράδεισο που ονομάζεται Delaware, μεταφέρεται, χωρίς κανείς να το πάρει είδηση, ένα μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους στον λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας, για να θολώσουν τα νερά, με αποτέλεσμα η χώρα όντος να μπει στην ζώνη του ευρώ, για να φτάσουμε το 2010 και να αποκαλυφθεί αυτή η ιστορία που θα ξεσηκώσει ένα τεράστιο κύκλο αντιδράσεων. 

  Δεν είναι όμως η μόνη συμμετοχή της εταιρίας σε μεγάλα γεγονότα που μας απασχόλησαν τα τελευταία χρόνια. Φαίνεται πως η GS διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με την BP. Η εταιρία είναι σύμβουλος της σε τραπεζικά θέματα, συμμετέχει στις αγοραπωλησίες της μετοχής και των παράγωγων προϊόντων, και τέλος υπάρχει η παρουσία ενός διευθυντή της GS στο διοικητικό συμβούλιο της BP. Ο πρόεδρος της BP από το 1997 μέχρι το 2009 Πίτερ Σάδερλαντ, ήταν και ο διευθυντής της GS International από το 1995, που έχει την έδρα της στο Λονδίνο. Παράλληλα ο Λόρδος Μπράουν γενικός διευθυντής της BP από το 1995 έως το 2007, υπήρξε στο διοικητικό συμβούλιο της GS την ίδια περίοδο (παραιτείται και από τις δύο θέσεις το 2007 λόγο σκανδάλου). Οι αγοραπωλησίες της BP αντιπροσωπεύουν το 1/5 των δραστηριοτήτων της εταιρίας. Όταν ανοίγει η τεράστια πετρελαιοκηλίδα στον Κόλπο του Μεξικού, η GS όπου η κύρια πετρελαϊκή δραστηριότητα ήταν μέσω της BP συμβουλεύει να συνεχίσουν να αγοράζουν μετοχές της εταιρίας, αρνούμενη οποιαδήποτε καταστροφή.

  Στην γνωστή κρίση των εταιριών dot com το 2000, η GS είχε αναλάβει 47 εταιρίες web συμπεριλαμβανομένης της yahoo

    Από το 2008 η Αγγλική κυβέρνηση απευθύνεται σε αυτήν για να σώσει το δικό της τραπεζικό σύστημα. Πρώτος στόχος η πώληση της στεγαστικής τράπεζας Northern Rock, όπου η GS αποτυγχάνει να βρει αγοραστή. Μετά έρχεται η σειρά της Lloyds Banking Group, όπου καλείται η GS να την βοηθήσει να αναδιαρθρώσει τα κεφάλαια της. Δρώντας σαν οδοστρωτήρας, ο οίκος πετυχαίνει «με τρόπο δικτατορικό και την τελευταία στιγμή» αλλαγές στην συμφωνία αναχρηματοδότησης, οι οποίες την ευνοούν. Η μετατροπή αυτή, που της επιτρέπει να βελτιώσει τη θέση της ως επενδυτή σε τίτλους της LGB. Ακολουθεί η Royal Bank of Scotland με το ίδιο μοτίβο. Κατά την διάρκεια των εκλογών στην Αγγλία, λόγω της σχέσης της εταιρίας με τους εργατικούς, η τράπεζα θα δεχτεί μεγάλη επίθεση. Την επόμενη των εκλογών όμως… σιωπή. 

  Η GS δεκαπλασίασε το ενεργητικό της από το 1997 έως το 2007 και είναι σήμερα το νούμερο 1 μεταξύ των τραπεζικών γιγάντων. Στην παρούσα κρίση, από την αρχή της ακόμα στο θέμα των στεγαστικών δανείων, ο ρόλος της είναι τεράστιος. Το 2008 η πυραμίδα επισφαλών στεγαστικών δανείων, των subprimes, άρχισε να κλονίζεται προκαλώντας ένα τεράστιο κραχ. Η πτώχευση της Lehman Brothers (που μέχρι τότε ήταν ο κύριος ανταγωνιστής της GS) και η εθνικοποίηση της ασφαλιστικής Aig σήμαναν το τέλος μιας εποχής. Η ίδια η GS είχε προβλέψει ότι θα υπάρξει πρόβλημα με τα στεγαστικά δάνεια, και είχε αρχίσει να πουλάει τα τοξικά ομόλογα από το 2006 (με αποτέλεσμα στην κρίση των στεγαστικών δανείων να χάσει μόλις 70 εκατομμύρια δολάρια, που είναι ψίχουλα σε σχέση με τα τεράστια ποσά που παίζονται σε τέτοιες υποθέσεις). Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα αφήσει την Lehman Brothers να κηρύξει πτώχευση αρνούμενη να δώσει λεφτά για την διάσωση της, πράγμα που θα κάνει μετά για τις υπόλοιπες (και όλες οι κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου). 

  Η GS πιέζεται να ενωθεί με την Citigroup από τον επικεφαλή της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης, πράγμα το οποίο όμως δεν γίνεται. Ο Μπλανκφέιν (πρόεδρος της GS) στον οποίο υποσχέθηκαν την προεδρία, είναι αρνητικός στην συγχώνευση. Η Citigroup, εκείνη τη στιγμή βρίσκεται χρεωμένη και στο χείλος του γκρεμού χωρίς προοπτικές. 

  Ο Πόλσον ζητάει εξουσιοδότηση για να αγοράσει τα τοξικά χρεόγραφα συνολικής αξίας 700 δις δολαρίων: η άμεση παρέμβαση του κράτους είναι πρωτοφανής στην ιστορία των ΗΠΑ, του πιο φιλελεύθερου κράτους στον κόσμο. Στις 21 Σεπτέμβρη 2008 μέσα σε ένα βαρύ κλίμα οι GS και Morgan Stanley παραιτούνται από το καθεστώς της επενδυτικής τράπεζας και γίνονται τραπεζικές holdings, δηλαδή τραπεζικές εταιρίες συμμετοχών. Αυτό γίνεται διότι έτσι τους δίνεται απεριόριστη πρόσβαση στα ομοσπονδιακά κεφάλαια σε περίπτωση σοβαρών ταμειακών δυσχερειών. Ο πρώην διευθύνοντας της Lehman Brothers θα δηλώσει «Αυτό που έκαναν για την Goldman Sachs σε εμάς θα το είχαν αρνηθεί». Με αυτόν τον τρόπο επιτρέπεται στην GS και Morgan Stanley να δανειστούν κεφάλαια με μηδενικό (όχι σχεδόν μηδενικό, αλλά ακριβώς μηδενικό) τόκο, για να αγοράσουν ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου με απόδοση 3 ως 4%. Λίγο καιρό μετά ο δεύτερος πιο πλούσιος άνθρωπος του πλανήτη, ο Γουόρεν Μπάφετ  (μετά από προτροπή του υπουργού οικονομικών Πόλσον) θα επενδύσει 5 δις στην GS, σημαντική ενίσχυση της τράπεζας σε καιρό που δεν υπάρχει ρευστό. Δύο ιδρύματα βρίσκονται σε δύσκολη θέση (Citigroup, Bank of America) και οι ΗΠΑ θα οδηγήσουν σε μερική εθνικοποίηση όλες τις τράπεζες, δίνοντας δάνεια με τόκο υπερβολικά χαμηλό. Στα απομνημονεύματα του αναφέρει ο Πόλσον ότι το εν λόγο σχέδιο το είχε προτείνει ο ίδιος ο Μπάφετ. Άλλωστε ο Χένρυ Πόλσον, Υπουργός Οικονομικών επί κυβέρνησης Μπους, ήταν ο προηγούμενος πρόεδρος της GS (από το 2000 έως το 2006). Λίγους μήνες αργότερα η εταιρία ανακοινώνει τα αποτελέσματα της: κέρδη 5,2 δις δολάρια για το πρώτο τρίμηνο του 2009. Τον Ιούλιο του 2009 η GS θα επιστρέψει τα 10 δις που είχε δανειστεί από το Αμερικανικό κράτος. 

  Αν και από το 2008 και μετά έχει χάσει μεγάλο μέρος της παλιάς δύναμης της, είναι όχι τυχαία ο μεγάλος νικητής της κρίσης. Από τις 5 επενδυτικές τράπεζες έμειναν μονάχα 2, η Morgan Stanley και η GS. Η Merrill Lynch και η Bear Stearns εξαγοράστηκαν, η Lehman brothers βρίσκεται σε εκκαθάριση.

  Η Goldman Sachs, θα είναι ο μεγάλος χρηματοδότης του κόμματος των δημοκρατικών στις προεδρικές εκλογές, στηρίζοντας Ομπάμα. Η κυβέρνηση του τελευταίου, εκφράζοντας μάλλον τα συμφέροντα των ανταγωνιστριών εταιριών, τον Απρίλη του 2010, διαμέσου της Επιτροπής Ελέγχου Κεφαλαιαγοράς κατέθεσε αγωγή στο αστικό δικαστήριο για απάτη εναντίων της τράπεζας του.

  Στην Γερμανία το 2004 θα ξεσπάσει ένα νέο σκάνδαλο που αφορά την GS, και θα προκαλέσει μεγάλο θόρυβο, αυτό του Abarus.Τι είναι το σκάνδαλο του Abarus; «Πρέπει με κάθε τρόπο να αποφύγουμε τις δοσοληψίες με τέτοιους τραπεζίτες» λέει αγανακτισμένος ένας βερολινέζος υπουργός, ο Οριχ Νουσμπαουμ, μετά την άσχημη εμπειρία της δημοτικής αρχής του Βερολίνου, που αφορούσε την πώληση το 2004, μιας έκτασης με 66.000 διαμερίσματα για χαμηλά εισοδήματα στην τράπεζα – η οποία συνεταιρίστηκε για την περίσταση με ένα αμερικανικό κερδοσκοπικό κεφάλαιο. Οι όροι προστασίας των ενοικιαστών που επέβαλε η δημοτική αρχή δεν αρέσουν στο γραφείο της GS στη Φρανκφούρτη. Μόλις έκλεισε η συμφωνία, η εταιρία ζήτησε την άρση των περιορισμών αυτών, ειδάλλως θα οδηγούσε τον Νουσμπαουμ στη Δικαιοσύνη για… διαφθορά. Η απόπειρα εκβιασμού όμως δεν πέτυχε. 

  Στην Ιταλία, η εταιρία έχει γίνει γνωστή στα ΜΜΕ από ένα νέο σκάνδαλο λόγω του πρώην στελέχους της εταιρίας, του γνωστού Ρομάνο Πρόντι, που στιγματίστηκε από το σκάνδαλο της συγχώνευσης της γερμανικής Siemens και της ιταλικής STET, μια συναλλαγής που διευκολύνθηκε με μίζες. Η GS είχε αναλάβει τον ρόλο του συμβούλου της ιταλικής πλευράς. Μαθαίνουμε ακόμα ότι ο διοικητής της τράπεζας της Ιταλίας Μάριο Ντραγκί ήταν αντιπρόεδρος της GS International με έδρα το Λονδίνο, από το 2001 ως το 2006. Ο Μάριο Μόντι, σύμβουλος της εταιρίας για διεθνείς υποθέσεις από το 2008, είναι πρώην ευρωπαϊκός επίτροπος για την Εσωτερική αγορά και στην συνέχεια για τον ανταγωνισμό, και ο κατάλογος στελεχών της GS (πρώην ή νυν) που αλληλοδιαπλέκονται με τα κράτη είναι τεράστιος. Ακόμα συμμετέχει στο παιχνίδι αγοραπωλησίας ρύπων που συμμετέχουν οι περισσότερες χώρες τα τελευταία χρόνια.  

  Η κρίση μέχρι στιγμής φαίνεται να αφήνει λίγες τράπεζες κολοσσούς σε διεθνές επίπεδο: τις Goldman Sachs, JP Morgan, Barclays, Credit Suisse και Deutsche Bank

Ποια είναι η εταιρία


  Η τράπεζα ιδρύθηκε το 1869, από τον Goldman και μετά από λίγα χρόνια θα κάνει συνέταιρο του τον Sachs, από τους οποίους πήρε την επωνυμία του. Τον ίδιο αιώνα άλλωστε, ιδρύονται και οι άλλες μεγάλες αμερικανικές τράπεζες (JP Morgan, Lehman Brothers κλπ.).

  Η εταιρία θα παραμείνει πολύ μικρή καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα υπάρξει σύγκρουση στην εταιρία, καθώς ο Goldman υποστηρίζει την Γερμανία, και ο Sachs τους Συμμάχους. Το 1917 όταν η εταιρία θα συμμετέχει στην έκδοση των Liberty Bonds για να χρηματοδοτηθεί ο αμερικανικός πόλεμος, ο Goldman θα παραιτηθεί, και πλέον η τράπεζα ανήκει μονάχα στην οικογένεια Sachs

  Την δεκαετία του 20 αναλαμβάνει διευθυντής ο Φουάντιλ Κάστινγκς. Αυτός ο τραπεζίτης, με τις πολλές γνωριμίες, έχει μεγάλη πίστη στο επενδυτικό τραστ. Είναι το αντίστοιχο ενός επενδυτικού κεφαλαίου, κάτι σαν hedge fund, που επενδύει στο χρηματιστήριο τα χρήματα των πελατών του. Υπό την καθοδήγηση του, η επενδυτική τράπεζα, ειδικευμένη τότε στους εμπορικούς τίτλους, δημιουργεί ένα επενδυτικό κατασκεύασμα, την Goldman Sachs Trading Corporation. Αρχικά  το κεφάλαιο έχει χορηγηθεί αποκλειστικά από τη μητέρα εταιρία, οι εταίροι της οποίας παίρνουν το 10% σε προσωπική βάση. Το 90% που μένει πουλιέται έπειτα στο κοινό. Επιπλέον, η GS λαμβάνει το 20% του καθαρού κέρδους του τραστ για έξοδα διαχείρισης.

  «Η προώθηση στο Χρηματιστήριο, στις 4 Δεκεμβρίου 1928, η GSTC καταλήγει σε θρίαμβο: με αρχική τιμή στα 104 δολάρια, η μετοχή ανεβαίνει στα 136,50 στις 2 Φλεβάρη 1929, πριν σκαρφαλώσει στα 222,50 στις 7 του ίδιου μήνα. Η γνώση και η πείρα του εκδότη, μιας μικρής τράπεζας της εποχής δηλαδή, δεν είναι αρκετές για να εξηγήσουν αυτή την απογείωση. Στην πραγματικότητα, η εταιρία ξαναγόρασε ένα μεγάλο κομμάτι των δικών της τίτλων, χρησιμοποιώντας τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας για να ανεβάσει την αξία της, πριν τους πουλήσει ξανά. Στις 26 Ιουλίου ο Κάστινγκς δημιουργεί μια χρηματοπιστωτική εταιρία, τη Shenandoah Corporation, οι τίτλοι της οποίας γίνονται ανάρπαστοι. Ο δικηγόρος Τζον  Φόστερ Ντιούλς (1888-1959), ο οποίος έγινε υπουργός Εξωτερικών του προέδρου Αϊζενχάουερ, είναι ένας από τους διαχειριστές. Την πρώτη μέρα διπλασιάζει την αξία της. Τότε δημιουργείται και μια δεύτερη εταιρία, η Blue Ridge Corp, στις 20 Αυγούστου. Το κεφάλαιο την ανήκει κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην Shenandoah. Η Blue Ridge εξαγοράζει δύο ημέρες αργότερα μια άλλη εταιρία επενδύσεων της Δυτικής Ακτής. Εκείνη ελέγχει μια σειρά από χρηματοπιστωτικές εταιρείες, οι οποίες βρίσκονται στην Καλιφόρνια. Η καθεμία είναι η όψη μιας ατελείωτης πυραμίδας επενδύσεων, πίσω από την οποία κρύβεται η προστατευτική σκιά της GS. Ο κόσμος, ο οποίος δεν γνωρίζει όλον τον μηχανισμό, που στηρίζεται πάνω στα χρέη (το περίφημο αποτέλεσμα μόχλευσης), ζητά όλο και παραπάνω, επενδύοντας τις οικονομίες του. Ο χάρτινος πύργος καταρρέει με το Κραχ του 1929. Η μετοχή της GSTC κατρακυλά στα 1.75 δολάρια. Η πτώση της μετοχής παραλίγο να παρασύρει και την Goldman Sachs, αν την τελευταία στιγμή δεν έβαζε λεφτά η οικογένεια Sachs.» 

  Ο συγγραφέας αναφέρετε στο έργο του John Kenneth Galbreith με τίτλο «Η οικονομική κρίση του 1929», που αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο «Εμπιστευόμαστε την Goldman Sachs», όπου ο συγγραφέας πιστεύει ότι τα εν λόγο επικίνδυνα επενδυτικά τραστ μέσα στην χρηματιστηριακή ευφορία και ξέφρενη κερδοσκοπία έπαιξαν έναν κεντρικό ρόλο στο κραχ: «Δεν μπορείς να μην εντυπωσιαστείς από την φαντασία που επινόησε αυτήν την απόλυτη τρέλα. Και, αν αυτό ήταν τρέλα, θα πρέπει να της αποδώσουμε κάτι ηρωικό». 

  Μετά την Ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ το 1941 και την κήρυξη του πολέμου, ο Ρούζβελτ αναθέτει στον Γουάινμπεργκ (πρόεδρο της εταιρίας) να συστήσει μια επιτροπή βιομηχάνων συμβούλων. Η θέση αυτή δίνει τη δυνατότητα στον επικεφαλής της GS να συνάψει στέρεους δεσμούς με την ανερχόμενη γενιά των βιομηχάνων. 

  Το δυναμικό της εταιρίας ταιριάζει στο προφίλ του σοβαρού ηθικού τραπεζίτη. Το «Dress code» της εταιρίας είναι σκούρο κουστούμι, άσπρο πουκάμισο, ουδέτερη γραβάτα, κοντοκομμένα μαλλιά και φρέσκο ξύρισμα. Οι ρυθμοί δουλειάς είναι εξοντωτικοί. «Κατά τον ερχομό μου, ο διπλανός μου στην αίθουσα συναλλαγών στην Νέα Υόρκη, ένας τριαντάρης, καταρρέει ξαφνικά εξαιτίας καρδιαγγειακής προσβολής. Οι καινούργιο μου συνάδελφοι ούτε που κουνήθηκαν», γράφει ένα πρώην μέλος. Στην Νέα Υόρκη οι μαύρες λιμουζίνες που περιμένουν μέχρι τα μεσάνυχτα, για να γυρίσουν δωρεάν τα στελέχη στα σπίτια τους, δεν βρίσκουν εύκολα πελάτες, είναι πολύ νωρίς για να σχολάσουν οι εργαζόμενοι στην εταιρία. «Δουλεύω έξι χρόνια με αυτόν τον παρανοϊκό ρυθμό. Νομίζω ότι θα τρελαθώ» βρίσκουμε σε ένα σχετικό email.  Μετά από κάθε Χριστούγεννα η τράπεζα απολύει το 10% του δυναμικού της με τη χαμηλότερη απόδοση. 

 Κάθε δύο χρόνια, στο τέλος ενός αδυσώπητου ανταγωνισμού, το Managing Committee, επιλέγει τους νέους εταίρους. Οι ετήσιες αποδοχές ενός εταίρου μπορεί να φτάσουν τα 5 εκατομμύρια δολάρια. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι τα μεγάλα μπόνους δίνονται αναγκαστικά στα στελέχη, διότι αν δεν γίνεται αυτό τότε τα golden boys μπορούν να φύγουν από τον όμιλο και γνωρίζοντας τα χρηματοπιστωτικά μυστικά να ανοίξουν την δική τους εταιρία. Τα νέα αυτά στελέχη αντικαθιστούν κυρίως άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, αποχωρούν από την επιχείρηση. Από αυτούς, οι περισσότεροι δημιουργούν κερδοσκοπικά κεφάλαια (Hedge Funds) και συνεχίζουν τις επενδυτικές τους δραστηριότητες. Αυτή η ομάδα πρώην GS, αποτελεί ένα ισχυρό δίκτυο στον κόσμο των επιχειρήσεων. Μια φορά τον χρόνο συναντιούνται στην Νέα Υόρκη, και μερικές φορές έχουν λόγο για την πορεία της επιχείρησης και για ορισμένους διορισμούς. 

  Από την μια πλευρά, η τράπεζα λειτουργεί ως σύμβουλος των κερδοσκόπων πελατών της, μέσω της χρηματιστηριακής πρακτόρευσης, το primary brokerage, και από την άλλη, η ίδια εταιρία τους ανταγωνίζεται επενδύοντας άμεσα στα hedge funds. Το πρόβλημα είναι ότι η GS χρηματιστηριακός μεσίτης αντιτίθεται στην GS hedge fund. Από την μια δρα σαν μεσίτης για τους πελάτες της, από την άλλη ανταγωνίζεται αμείλικτα τους ίδιους τους πελάτες της. Η GS δεν παραβιάζει ποτέ κανένα νομικό κανόνα, τουναντίον ξέρει να χειρίζεται τους νόμους πάρα πολύ αποτελεσματικά.

 «Κύριο μέλημα της GS είναι τα δικά της συμφέροντα, κάτι που είναι ασύμβατο με μια τράπεζα- σύμβουλο. Ο πελάτης πρέπει να είναι πάντα σε επιφυλακή, κάτι που είναι ενοχλητικό.»

Επίλογος

  Αυτές οι λίγες δημοσιογραφικού χαρακτήρα πληροφορίες για την τράπεζα, που μας προσφέρει το βιβλίο. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τις υπόλοιπες τράπεζες να λειτουργούν παρόμοια. Αν η αριστερά θέλει να μιλάει για την μελλοντική κοινωνία, οφείλει κατά τη γνώμη μου να προβάλει το αίτημα της ανατροπής αυτών των τραπεζών, και την αντικατάσταση τους με τράπεζες που θα υπηρετούν την παραγωγή, ρυθμίζοντας την ροή χρημάτων σε κάθε κοινωνικοποιημένη βιομηχανία σύμφωνα με τον σχεδιασμό της παραγωγής. 

Για όποιον ενδιαφέρεται κάποια λινκ για το βιβλίο:
http://www.tvxs.gr/news/έγραψαν-είπαν/στο-tvxsgr-ο-marc-roche-μιλά-για-την-«τράπεζα»
http://www.youtube.com/watch?v=5-h2HhR-rpo&feature=player_embedded
http://vimeo.com/21751373

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου